Η Κατερίνη πριν από 100 χρόνια

kateriniekatoxronia4

του Αντώνη Κάλφα

(φωτογραφίες: Παναγιώτης Φτάρας)

Η Κατερίνη μετά την απελευθέρωση συγκροτήθηκε σε Κοινότητα (Β.Δ. 28.6.1918, ΦΕΚ Α 152/1918) ενώ παράλληλα αρχίζουν να δημιουργούνται και τα πρώτα σωματεία. Από τα πρώτα σωματεία (τοπικά, αλληλοβοηθητικά και προαγωγής συμφερόντων) είναι η Ένωσις Λειβαδιωτών Ολύμπου, με έδρα την Κατερίνη. Είχε 79 ιδρυτικά μέλη, με πρόεδρο το Γεώργιο Παπαγεωργίου (ημερομηνία αναγνώρισης 6.10.1918).

Την ίδια περίοδο, στα 1918, εκδίδεται το βιβλίο τού οξυδερκούς Επισκόπου Κίτρους και Πλαταμώνος Παρθένιου Βαρδάκα με τον τίτλο «Περιγραφή κυρίως εννέα ετών τουρκοκρατίας της περιφερείας Επισκοπής Κίτρους από του 1903-1912». Με το ιστορικο-γεωγραφικό αυτό βιβλίο, παρότι τυπώθηκε και εκδόθηκε στην Αθήνα, ξεκινά ουσιαστικά η εκδοτική δραστηριότητα στην Πιερία. Στο βιβλίο αποτυπώνονται οι συνθήκες της περιόδου 1900-1910 με πολύτιμες πληροφορίες και καταγραφές για την κοινωνική, εκπαιδευτική,  οικονομική και θρησκευτική ζωή  τής Πιερίας: «Η εκκλησιαστική περιφέρεια της Επισκοπής Κίτρους αποτελείται σήμερον εκ τεσσαράκοντα περίπου χωρίων, κωμών και κωμοπόλεων». Η εξέταση και των σαράντα λημμάτων [μία πόλη, η Αικατερίνη, δύο κωμοπόλεις (Κολινδρός και Λιτόχωρον) και 38 χωριά (τσιφλίκια και κεφαλοχώρια)] δίνει μια εποπτική εικόνα  της περιόδου.  Αποτιμώντας την αξία του βιβλίου η αρχαιολόγος Ευτέρπη Μαρκή (το θεωρεί την πολυτιμότερη πηγή για την Πιερία στα χρόνια της απελευθέρωσης) ανασυγκροτεί με βάση το κείμενο την πόλη στις αρχές του αιώνα:

«Η Κατερίνη, έδρα του επισκόπου είχε 8.000 κατοίκους, από τους οποίους περίπου 1.000 ήταν Μωαμεθανοί και διέθετε δύο εκκλησίες, από την αρχαιότερη εκ των οποίων, την κοιμητηριακή εκκλησία της  Αγίας Αικατερίνης, εικάζει ο Παρθένιος ότι πήρε το όνομά της. Η ανάπτυξή της οφείλεται στη θέση της που βρίσκεται στη συμβολή τριών δρόμων, εκείνων από τον Κοκκινοπλό μέσω των στενών της Πέτρας αλλά και από τις περιοχές Ελασσόνας, Γρεβενών και Κοζάνης μέσω των βουνών της Σκουτέρνας (Ελατοχώρι σήμερα) προς την θάλασσα, αλλά και πάνω στο δρόμο Θεσσαλονίκης-Λάρισας. Οι κάτοικοί της, αρχικά γεωργοί, κτηνοτρόφοι και τεχνίτες, που επισκεύαζαν αγροτικά εργαλεία και κατασκεύαζαν πέταλα και καρφιά  για τα ζώα, στις αρχές του 20ού αιώνα άρχισαν να εμπορεύονται ξυλεία και ξυλάνθρακες με τη Θεσσαλονίκη, αλλά και δημητριακά, ζώα, τυρί και λαχανικά».

Δύο χρόνια αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1920, ιδρύεται ο Γεωργικός Συνεταιρισμός Κατερίνης, ο οποίος σύντομα (το 1922) συσπείρωσε 140 μέλη. Είχε διοικητικό συμβούλιο εκ 5 μελών Ελλήνων (πρόεδρος ο Ευάγγελος Μαρινόπουλος) και εποπτικό συμβούλιο με 6 μέλη (εξ αυτών 1 Τούρκος). Έδωσε ώθηση στους γύρω αγροτικούς πληθυσμούς να συμπήξουν γεωργικούς συνεταιρισμούς (Εφημερίς των Βαλκανίων, 6.2.1922). 

Παράλληλα, αρχίζουν να εμφανίζονται στην Κατερίνη, στον τριτογενή τομέα, σωματεία με μέλη έχοντα σχέση μη εξαρτημένης εργασίας ή μέλη αυτοαπασχολουμένους στο κλάδο των επαγγελμάτων, των μεταφορών και των συγκοινωνιών. Τέτοιο είναι και το  Σωματείον Εμποροπαντοπωλών Κατερίνης, ιδρυθέν το 1920, με σκοπό την υπεράσπιση των συμφερόντων του κλάδου. Είχε 17 ιδρυτικά μέλη, με πρόεδρο το Δημήτριο Τσικαδέρη (επισήμως από τις δικαστικές υπηρεσίες αναγνωρίστηκε στις 3.3.1923).

Στο σχολικό έτος 1921-1922 το Ημιγυμνάσιον εξελίχτηκε στο Γυμνάσιον Αικατερίνης, το οποίο από το 1928 μετονομάστηκε σε Γυμνάσιον Πιερίας.

Σε όλες πάντως τις ιστορικές αφηγήσεις και μαρτυρίες αυτής της περιόδου η Κατερίνη εμφανίζει την εικόνα μιας καθυστερημένης κοινότητας—χωριού περισσότερο παρά πόλης. Για παράδειγμα, καλεσμένος από το Υπουργείο Συγκοινωνιών, ο συγγραφέας του βιβλίου «Le Monte Olympe» Μαρσέλ Κουρτζ, προτίθεται να εφαρμόσει τις πρόσφατες στερεοφωτογραμμετρικές μεθόδους που είχε εισαγάγει στη χώρα μας ο υπεύθυνος του Υπουργείου καθηγητής Λαμπαδάριος. Στον Μαρσέλ Κουρτζ και στην ομάδα του δίνεται άδεια τριών εβδομάδων για την τοπογραφική αποτύπωση του Ολύμπου. Οι πρώτες παρατηρήσεις του ικανού τοπογράφου αφορούν την Κατερίνη, «χωριό» τότε, αναφέρονται στην άφιξη της ομάδας στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης (21 Ιουλίου 1921) και ολοκληρώνονται με την επιτυχημένη χαρτογράφηση του Ολύμπου και την αναχώρηση των ερευνητών, στις 12 Αυγούστου 1921, πάλι από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Κατερίνης. «[…] Φύγαμε από την Αθήνα με το Orient Express στις έντεκα το πρωί και την επομένη, Κυριακή 31 Ιουλίου 1921, φτάσαμε στις τρεις τα ξημερώματα στην Κατερίνη. [...] Το όμορφο αυτό καλοκαιρινό πρωινό η Κατερίνη έμοιαζε περισσότερο με τούρκικο χωριό, με τους ψηλούς μιναρέδες του, τα αμέτρητα κοράκια, τους φωνακλάδες και τους καβγατζήδες και τα κόκκινα φέσια των καλοκάγαθων χωρικών του. Ήδη είχαν περάσει δέκα χρόνια από τότε που η Μακεδονία είχε γίνει ελληνική, αλλά εδώ έμοιαζε σα να μην είχε αλλάξει τίποτα. Η ίδια αποχαύνωση που γινόταν ολοένα και πιο έντονη, όσο ανέβαινε ο ήλιος. Μια αποχαύνωση που υπήρχε και εξακολουθούσε να υπάρχει και που μόνο τα κρωξίματα των κορακιών, οι κραυγές των πελαργών ή ο ήχος του κανονιού τη διέκοπτε».

Image

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ